Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

Vivere pericolosamente



Όσο διαρκούν οι διαβουλεύσεις του Σερζ με την οικογένεια, η Μπαμπέτα καθαρίζει τις σφριγηλές της καμπύλες από τη μπίχλα του ταξιδιού και τα ψωλοχύματα του αγαπημένου της και κατεβαίνει αναζωογονημένη για μια βόλτα στην πόλη.

Στο πέρασμά της άντρες κάθε ηλικίας πέφτουν θύματα της αύρας της, που αποπνέει προκλητική φρεσκάδα, περιπαικτική αθωότητα και αφελή θαυμασμό για μια άγνωστη χώρα. Το ότι η ίδια δεν διανοείται την επίδραση που έχει πάνω τους, την κάνει ακόμη πιο ποθητή.

Μεθυσμένος από τη μυρωδιά των αναδυόμενων ορμονών της και μαγνητισμένος από τη γραμμή που σχηματίζει η ένωση των θεσπέσιων βυζιών της, ένας νεαρός Ιταλός την πολιορκεί, έως ότου εκείνη πείθεται τελικά να δοκιμάσει μαζί του μια γκράπα. Όταν οι αναθυμιάσεις από τις γκράπες φθάνουν από το στομάχι της Μπαμπέτας στο κεφάλι της, τα επιχειρήματα από το καμάκι του Τζουζέπε, αρχίζουν να βραχυκλώνουν το μυαλό της, απασφαλίζοντας το ρελέ ασφαλείας. Η εγκεφαλική ζώνη αγνότητας αρχίζει να ανοίγει και η αγαπημένη μας Ελβετή είναι έτοιμη να παραδώσει το κλειδί σ’ έναν άλλο άντρα εκτός από το Σερζ. Το αλκοόλ, στο οποίο άλλωστε δεν είναι συνηθισμένη, τη βυθίζει σ’ έναν κόσμο ελαφρύ, αχνιστό, νοτισμένο απ’ τη δυνατή αντρική μυρωδιά, σ’ έναν κόσμο όπου κυριαρχεί η ανησυχία για μια ζωή, στην οποία το μοναδικό πέος που θα έχει αγγίξει με την άκρη της γλώσσα της θα είναι αυτό του Σερζ. Για πάντα.

Έτσι, σύντομα και οι δυο πρωταγωνιστές μας ιδρώνουν σαν τα γουρούνια. Ο Σερζ εξασκώντας οικογενειακή διπλωματία, έχει γίνει παπί -οραματιζόμενος το μέλλον του ως πτωχός- ενώ η Μπαμπέτα συνταράσσεται από το σιδερένιο πέος, που της καίει τα σωθικά και μετατρέπει κάθε πόρο του δέρματός της σ’ έναν κρατήρα ιδρώτα και καύλας.

Μετά την κοσμογονική ερωτική της εμπειρία, η Μπαμπέτα επιστρέφει στο ξενοδοχείο. Είναι μια διαφορετική γυναίκα. Τα πράσινα μάτια του άγνωστου Ιταλού έχουν αφήσει πάνω της τη λάμψη από τις σπίθες της συνεύρεσης τους. Καθώς βαδίζει, κεφάλια γυρίζουν, συζητήσεις σταματούν. Στο λόμπι του ξενοδοχείου έως και ο κακοπληρωμένος γκρουμ την κοιτάζει καλά-καλά. Το slow motion στη ροή της πραγματικότητας ξαφνιάζει ακόμη και την ίδια, που νιώθει αναπάντεχα να αλλάζει εντός της ο ρυθμός του κόσμου.

Την ίδια ώρα που η επιτυχία της κατάκτησης ενεργοποίησε κοιμισμένους νευρώνες της Μπαμπέτας, ο Σερζ έχει κλείσει τον κύκλο των διαβουλεύσεων με την οικογένεια και ξεκουράζεται, παραδίδοντας την ταλαιπωρημένη του φαιά ουσία στο αποτελεσματικό μασάζ ενός δυνατού whiskey. Απολαμβάνει τη θέα από τη βεράντα του ξενοδοχείου, ενώ γύρω του τιτιβίζουν βιασικοί τζιτζιφιόγκοι, που ματαιοπονούν κορτάροντας σιτεμένες κυρίες του καλού κόσμου, που με τη σειρά τους γλυκοκοιτάζουν τα νεαρά αγόρια που συνοδεύουν τις κόρες τους στην απογευματινή βόλτα. Ολονών η σκέψη μπαινοβγαίνει σε ένα σεξουαλικό τριπ. Ολονών;

Και όμως όχι. Υπάρχει κάποιος σε αυτό το μπαλκόνι της ξεπεσμένης αριστοκρατίας, που έχει απορροφηθεί από σκέψεις ουδόλως σχετιζόμενες με το μαλακό υπογάστριο. Ένα επίμονο, μελαγχολικό βλέμμα τυλίγει το ξανθό κεφάλι του Σερζ. Εκείνος, βυθισμένος στις μαύρες σκέψεις της ανέχειας καθυστερεί, όμως σύντομα αισθάνεται τη μεταφυσική χειρονομία να τον τραβά από το λήθαργο.

πώς ξεκίνησαν όλα, εδώ

Πέμπτη, 03 Δεκεμβρίου 2009

Ξεριζωμός


Η πτωχή πλην όμως τίμια Ελβετίδα, υποδέχτηκε τον πατέρα του Σερζ με ανάμικτα συναισθήματα. Στο μυαλό της είχε την εικόνα ενός αδίστακτου αριβίστα, με μακιαβελικές ικανότητες και φασίζουσα ιδιοσυγκρασία. Τόσο φασίζουσα, ώστε το 1891, όταν αποφασίστηκε να γίνουν αλλαγές στο σύνταγμα της Ελβετίας, για να υπάρχει αμεσότερη δημοκρατία, όρμησε έξαλλος στο γραφείο των συμβούλων της πόλης, για να τους πείσει να υποκινήσουν πραξικόπημα.

Η πρώτη του πρόταση, αμέσως μετά την άρνησή του να πιει μια γουλιά νερό (ήταν φανερό ότι η ιδέα να πιει από το πτωχικό ποτήρι τον αηδίαζε), αφορούσε τα οικονομικά της Μπαμπέτας: θα πάρεις τόσα για ν’ αφήσεις το γιο μου. Η δεύτερη, αφορούσε τα μέλη της οικογένειάς της. Όμως, ο ανήμπορος πατέρας κι η φθισικιά μάνα -στη δυστυχία των οποίων στήριζε τις ελπίδες του ο Λεοπόλδος- του είχαν παίξει άσχημο παιχνίδι. Ήταν ήδη νεκροί, εδώ και χρόνια. Ακολούθησε λεκτική βία, απειλές και καθώς το πρόσωπό του έγινε από λευκό, ροζ, μετά κόκκινο και μετά μπλαβί, η Μπαμπέτα -ανησυχώντας για το πώς θα εξηγούσε στις αρχές την παρουσία ενός πτώματος στο τσαρδί της- τον παρακάλεσε να ηρεμήσει.

Η ψυχραιμία της ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Δεν ξέρω αν η ιστορία με την πάροδο των ετών έγινε σαν το κοιλόνι, που ξεχειλώνει χωρίς σταματημό, πάντως οι φήμες λένε, πως εκτός από τις σφαλιάρες έπεσαν και πουτσοσκάμπιλα, ενώ ακολούθησε διείσδυση άνευ συναινέσεως. Όταν ήρθε ο Σερζ, βρήκε την αγαπημένη του Μπαμπέτα σε κακή κατάσταση. Ήταν φανερό ότι η μόνη λύση που τους απέμενε ήταν η φυγή.

Προορισμός η Ελλάδα, μάνα της φιλοσοφίας, γη που έδωσε πνοή στο κάλος και την αρετή, που γέννησε το Σωκράτη, τον Πλάτωνα και το Ρήγα. Λογικό θα μου πεις, τα παιδιά ήταν νέα και δεν ήξεραν. Όμως ήταν και άτυχα, αφού δεν βρέθηκε ένας χριστιανός –και μουσουλμάνος να ‘ταν καλό θα τους έκανε- για να τους υπενθυμίσει ότι αυτή η νέα πατρίδα που διάλεξαν, είχε επίσης γεννήσει τον Εφιάλτη. Κανένας δεν ήταν αρκετά φίλος, για να τους πει ότι τώρα στην Ελλάδα ήταν trendy η ανικανοποίητη λαιμαργία του περήφανου μάγκα και η ανυπέρβλητη εφευρετικότητα του συμπλεγματικού μικροαστού, που με τα όνειρα του πλιάτσικου στις κασέλες με τις λίρες θα ρουφιάνευε και τον αδελφό του ακόμη. Και όλ’ αυτά εννοείται, υπό τη σκιά της πλήρους άγνοιας περί Πλάτωνα και Σωκράτη. Το μόνο που θύμιζαν πια στους έλληνες χωριάτες -αθηναίους και λοιπούς- αυτά τα ονόματα, ήταν ο γιος του δάσκαλου και ο πολιτιστικός σύλλογος της Κάτω Καψοράχης, μ’ ένα βλαμμένο για πρόεδρο.

Πρώτος σταθμός στο ταξίδι προς τη νέα ζωή, η όμορφη κι ειδυλλιακή Ιταλία. Είναι Μάιος και την ώρα που η Μπαμπέτα διασχίζει τη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου, για να ξεβρομίσει το πληθωρικό κορμί της, που ζέχνει απ’ το ταξίδι, ο Σερζ αναζητά εναγωνίως τηλέγραφο. Έχει αποφασίσει να προβεί σε μια ύστατη προσπάθεια να συνάψει σύμφωνο ειρήνης με την οικογένεια. Όσες ώρες το μυαλό του δεν έλιωνε σαν κασέρι ανάμεσα στα μεγάλα ιδρωμένα βυζιά της Μπαμπέτας, σκεφτόταν ότι οι κομμουνιστικές του ιδέες έμοιαζαν κάπως ανώτερες όσο συνοδεύονταν από τον τρέχοντα παρά του πατέρα και πως στην εξιδανικευμένη πλην πένητα νέα πατρίδα, θα του χρησίμευαν τα -με αίμα βαμμένα- φράγκα του Λεοπόλδου.

πώς ξεκίνησαν όλα, εδώ

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

Γκασταρμπάιντερ απ' τη Ζυρίχη


Το παρελθόν είναι νεκρό, προσδιορίζει όμως -το γαμημένο- το παρόν, ακόμη και το μέλλον. Γι’ αυτό και η -χαμένη στα βάθη των χρόνων- ιστορία των προγόνων του Σαράντη, θα ρίξει φως στις σκιές του σήμερα και φλόγα διαβολική στη φαντασία για το αύριο.

Οι Ελβετοί πρόγονοι, αναζήτησαν στην Ελλάδα μια καλύτερη ζωή. Ήρθε η ώρα να μάθουμε γιατί:
Είναι 1920. Η Ελβετία σπαράσσεται από τις διαφωνίες του Σίγκμουντ Φρόυντ με τον Καρλ Γιούνγκ. Τα όνειρα που ανοίγουν κλειδαρότρυπα στο ασυνείδητο και η σχεδόν ανατομική ανάλυσή τους από τον έναν, κόντρα στις αρχετυπικές σφραγίδες στη μούρη του συλλογικού ασυνείδητου από τον άλλο. Τι τα θες; Αποκλίνουσες προσωπικότητες, που διαμάχονταν πάνω από θεωρίες ανδρικής υστερίας και ψυχικού μετασχηματισμού. Διαπάλη σωρείας ηλιθίων, που παρίσταναν τους γιατρούς, ισχυριζόμενοι ότι δεν υπάρχει οιδιπόδειο σύνδρομο, ούτε μυστικά στα όνειρά μας, μηδέ ταμπού και φαλλικά σύμβολα στα βραχυκυκλωμένα κύτταρα του ανθρώπινου εγκεφάλου. Κουλουβάχατα!

Στη μέση αυτής της διαμάχης, διάγει τον βίο του ο νεαρός Σερζ. Γόνος αριστοκρατικής οικογενείας σοκολατοποιών, ωρολογοποιών και τραπεζιτών δεύτερης γενιάς. Στα τραγικά μούτρα του στραβομούτσουνου Σερζ, επέλεξε ο –πάντα χιουμορίστας- θεός, να δώσει κομμουνιστικές ιδέες, ιδεαλιστική ηθική και αξιοπρόσεκτα σεξουαλικά προσόντα. Όλα σε μεγάλες δόσεις και με πίστη σφοδρή. Έτσι, στη μέση μιας οικογένειας ροδοκόκκινων, ξιπασμένων ψηλομύτηδων και κακογαμημένων πλούσιων εκμεταλλευτών, εμφανίστηκε ένα μαύρο πρόβατο. Με ίνδαλμά του -από τη δευτέρα γυμνασίου κιόλας- το Μαρξ, μετά το Λένιν και γενικώς τους μπολσεβίκους και τις εξωφρενικές τους φαντασιώσεις περί ισότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Άσχημος, γαμίκος και κομμουνιστής, λεφτάς, σπουδασμένος και γεννημένος τυχοδιώκτης, ο Σερζ στην ηλικία των 23 ετών ερωτεύτηκε τη Μπαμπέτα. Όχι τόσο για να φρικάρει την ήδη ταραγμένη από την ύπαρξή του μεγαλοοικογένεια, όσο γιατί η όμορφη αγρότισσα ήταν μεγάλη τεχνήτρα στο γαμήσι.

Όταν ο Σερζ ανακοίνωσε στην οικογένεια την απόφασή του να νυμφευθεί τη Μπαμπέτα, ο παππούς έπαθε ελαφρύ εγκεφαλικό, συνοδευμένο από πάρεση του αριστερού προσωπικού νεύρου, η μητέρα λιποθύμησε κι ο πατέρας ανέβασε από το κελάρι την καραμπίνα, με την οποία κυνηγούσε αρκούδες στις Άλπεις, απειλώντας ότι θα προτιμούσε να πυροβολήσει το γιο του στα καταραμένα γεννητικά του όργανα, που χώνονταν σ’ ένα πτωχικό αιδοίο, παρά να τον δει γαμπρό για το προλεταριάτο.

Η επιμονή του Σερζ, οδήγησε στην εξύφανση ενός σκοτεινού σχεδίου από την πλευρά του αναστατωμένου πλουτοκράτη. Αφού επιχείρησε ανεπιτυχώς να πείσει τον κηπουρό του να δράσει εκ μέρους του, το πήρε απόφαση. Επισκέφθηκε ο ίδιος τη ‘θλιβερή τρώγλη στην οποία κατοικούσε η άθλια πόρνη που ξελόγιασε το γιο και κληρονόμο του’. Στην πραγματικότητα η τρώγλη ήταν ένα σπίτι παραμυθένιο, στην πλαγιά ενός καταπράσινου λόφου, πνιγμένο στα λουλούδια, εξαιρετικά φολκλορικό, αλλά στα ταξικά μάτια του Λεοπόλδου, έμοιαζε με τον απόπατο του λούμπεν.

πώς ξεκίνησαν όλα, εδώ

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

Αιδοίου Θητεία


Ήταν μια σκοτεινή καλοκαιρινή νύχτα, όταν ο Σαράντης επέστρεφε στο στρατόπεδο, μετά από μια έξοδο. Είχε πιει τα άντερά του και αφού έριξε το τζιπ που είχε βουτήξει απ’ το στρατώνα σ’ ένα χαντάκι, θεώρησε απολύτως φυσιολογικό να λιποθυμήσει.

Όταν μετά από καμιά ώρα συνήλθε, διαπίστωσε ότι ήταν παγιδευμένος μέσα στο αυτοκίνητο. Έμεινε σχεδόν δυο ώρες εκεί, παλεύοντας και βρίζοντας, μέχρι που μέσα στην ερημιά της νύχτας ακούστηκε ένα αυτοκίνητο να καταφθάνει. Ο οδηγός σταμάτησε στην άκρη του δρόμου και καθώς έσκυψε πάνω απ’ το Σαράντη, εκείνος κατάλαβε ότι ήταν γυναίκα. Και τί γυναίκα!

Τέτοια βυζιά δεν είχε δει ποτέ από κοντά. Μόνο σε κείνη την αφίσα στο συνεργείο τρακτέρ του ξαδέλφου μας του Εμπεδοκλή. Καθώς έμεινε να ατενίζει βουβός τους αξιοθαύμαστους βύζους, η μαντάμ τον ρώτησε: «Παλικάρι, είσαι καλά;» Αποσβολωμένος και επιπλέον καυλωμένος, ο Σαράντης απάντησε με ένα συνονθύλευμα συμφώνων και φωνηέντων ατάκτως ερριμένων κι η μουνάρα φώναξε την οδική βοήθεια. Μέχρι να κουβαληθεί ο νυσταγμένος μηχανικός είχε ήδη ξημερώσει. Πάρκαρε ο Σαράντης το ταλαιπωρημένο όχημα στο στρατόπεδο και η βυζού τον πήγε βόλτα στο Κιλκίς για καφέ, ώστε να συνέλθει -όπως του είπε- από το σοκ. Το θέμα ήταν, πώς θα συνερχόταν από το σοκ των βύζων;

Τον κάλεσε στο σπίτι της στη Θεσσαλονίκη και στην πρώτη άδεια που πήρε, έφτασε τρεχάτος στο Πανόραμα, με το καυλί σηκωμένο απ’ το σταθμό του τρένου. Μετά από τρεις μέρες ασταμάτητου γαμησιού, επέστρεψε στην υπηρεσία και βολόδερνε, περιμένοντας πώς και πώς την επόμενη άδεια.

Ένα απόγευμα, που άραζε με τους άλλους ανεπρόκοπους στο καψιμί, εμφανίστηκε ο Αγαπίου. Αυτός ήταν ένας ημισκελετωμένος κακομοίρης, που πούλαγε μόστρα κουλτουριάρη, ενώ στην πραγματικότητα ήταν εντελώς λωποδύτης, με χέρια πιο μακριά κι απ’ του Φασούλα. Είχε βουτήξει μερικά χαρτονομίσματα απ’ τον συνταγματάρχη Ξυλοφορτίδη και κατέφθασε χαμογελαστός, για να τους δείξει τη φωτογραφία της γυναίκας του, που είχε βρει στο πορτοφόλι.

«Μαλάκες, τη βούτηξα γιατί αποκλείεται να με πιστεύατε όταν θα σας έλεγα τι γυναικάκι καταφέρνει ο γέρος». Περιττό ίσως, αλλά θα σας το γράψω, πως το γυναικάκι, δεν ήταν άλλο απ’ τη μουνάρα με τα θεσπέσια βυζόμπαλα, που κάρφωνε το προηγούμενο τριήμερο ο Σαράντης μου.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά με άναψε το παλιόπαιδο και βρεθήκαμε να ρίχνουμε μια τρελή ξεπέτα μέσα στο αυτοκίνητο, καθώς επιστρέφαμε απ’ τη μπαρμπουτιέρα της Θανάσαινας στο χωριό. Ακόμα δεν τα γνώριζα τα μυστικά της καταγωγής του, όμως αν τότε ήξερα ότι ο Σαράντης ήταν απόγονος Ελβετών μεταναστών, μπορεί να μην απορούσα τόσο, για το πώς με κανόνιζε έτσι αυτό το αγόρι.

πώς ξεκίνησαν όλα, εδώ

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

Έλα στην παρέα μας φαντάρε


Έφτασε επιτέλους η ώρα που ο Σαράντης απολύθηκε από το στρατό και η πολυαναμενόμενη επανασύνδεσή μας συνοδεύτηκε από τρελό γλέντι στην ετοιμόρροπη disco «Σαμάνθα».

Κατά τις 4 τα ξημερώματα, πήγαμε για πατσά στο μαγέρικο της Θανάσαινας. Το μαγέρικο ήταν βασικά η μπαρμπουτιέρα του κοινοτάρχη – Θανάσαινα λέγανε τη μάνα του τοπικού άρχοντα- αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Άρχισα πρώτη τη διήγηση. Με διέκοψε μόνο για να ρίξει μια ζεμπεκιά, όταν στο τρανζίστορ του καταστήματος ακούστηκε το αγαπημένο του σουξέ «Του φαντάρου η ψωλή νοστιμίζει το γιαχνί» και, μέχρι να ολοκληρώσω την αφήγηση με τις περιπέτειες στο μοναστήρι, είχε δακρύσει από τα γέλια και κρατούσε την αναπνοή του για να σταματήσει ο λόξιγκας. Μετά ξεκίνησε εκείνος.

Τους πρώτους μήνες στην υπηρεσία της πατρίδας, ελλείψει γυναικός, πήδαγε φαντάρους. Διάλεγε κάτι πιτσιρίκια που νόμιζαν ότι τους πέρναγε και καλά ο λόγος. Αφού στην αρχή παρίστανε τον υπάκουο ψαρούκλα «Μάλιστα Λοχία μου», «Διατάξτε» και τα σχετικά, μόλις ο άλλος έστριβε ικανοποιημένος με τις εντολές που είχε δώσει, έτρωγε ένα ξεγυρισμένο κωλόχερο απ’ το Σαράντη. Ένας εξ αυτών τον έστειλε 20 μέρες φυλακή. Το ίδιο βράδυ, εμφανίστηκε με μελομακάρονα και κουραμπιέδες, που του είχε στείλει η γυναικούλα του, για να τρατάρει τον τιμωρημένο Σαράντη.

«Με καύλωσαν εκείνοι οι κουραμπιέδες Λόλα μου», συνέχισε τη διήγηση ο Σαράντης, "και την ώρα που του τον έβαζα στο κώλο, σκεφτόμουν τη γυναίκα του, που νόμιζε ότι είχε παντρευτεί τον άντρακλα και του ‘φτιαχνε γλυκά με τα χεράκια της".
«Δε ξέρω γιατί, αλλά αυτή η σκέψη μ’ έκανε και σπερμάτωσα πρόωρος».
«Ρε συ», του λέω. «Νομίζω εννοείς ότι εκσπερμάτωσες πρόωρα» -πουτάνα-πουτάνα, αλλά από γραμματική άριστη-!
«Ε, ναι ρε Λόλα, αυτό εννόαγα να πούμε, μη με κόβεις». Είχε μείνει κομμάτι στάσιμος στα γράμματα ο αδελφός, αλλά ποιος νοιάζεται, οπότε συνεχίζω.

Μια μέρα που ήταν περιπολία το πουλί μου, ακούει μέσα από τους θάμνους φωνές. «Ψιτ! Καλέ!... Ου, ου». «Καλέ! Φαντάρος!!!». Κάνει μια έτσι και τι να δει; Δυο κορίτσαροι σωστοί γενίτσαροι. Ήταν η Δέσποινα κι η Μαριγώ. Μέχρι να πει «Αλτ», βγήκαν απ’ τους θάμνους κουνιστές κι άρχισαν τις σαχλίτσες. "Πώς είναι το φανταριλίκι", "έχεις κοπέλα" κι άλλα τέτοια, που λένε τα δροσερά κορίτσια για να κρατήσουν τα προσχήματα και να μην πουν αμέσως "ρίξε μου δυο πούτσους γιατί έχω γκώσει απ’ την αγαμία".

Όπως καταλαβαίνετε, άλλη κουβέντα δεν περίμενε ο Σαράντης. Άρχισε τσάκα-τσάκα το γδύσιμο και πριν προλάβει να βγάλει το βρακί της μιας, η άλλη του ‘χε ήδη αρπάξει το καυλί με τις χειλάρες της. Προφανώς δεν άφησε καμία τους παραπονεμένη, αφού κάθε φορά που είχε περιπολία, εκεί και τα κορίτσια. Ένα βράδυ, καθώς πήδαγε τη Μαριγώ, έχωσε στο ανυπόμονο πράμα της Δέσπως την κάνη του όπλου του και, όπως ήταν θολωμένος απ’ τη καύλα, πυροβόλησε. Ευτυχώς, ο μαλάκας, είχε ξεχάσει το όπλο άδειο. Έλα όμως που της άρεσε της Δέσπως; Από τότε οι πυροβολισμοί έπεφταν βροχή στο μουνί της. Αυτό είναι που λέμε "πυροβολημένη γκόμενα".

πώς ξεκίνησαν όλα, εδώ

Δευτέρα, 09 Νοεμβρίου 2009

Ντοκτορά


Ωραία ήμουν πάντα. Τώρα ήμουν και ελεύθερη και ωραία.

Με την ησυχία που μου χάρισαν τα ψέματα της ηγουμένης στη μάνα μου, ότι «έστρωσα» και έψελνα δέκα πατερημά τη μέρα, είχα το χρόνο να ασχοληθώ με την πάρτη μου, χωρίς να με πρήζει με τις ανακριτικές της ερωτήσεις.

Μπορεί να έφυγα τρέχοντας από το μοναστήρι, όμως με τις μοναχές δεν ξέκοψα. Τις αδελφές Αγαθή και Δωροθέα για παράδειγμα–που πριν μπουν στη μονή ήταν αρσακιάδες με τα όλα τους, δηλαδή το πρωί μαθήτριες στο θρανίο και το βράδυ στα τέσσερα- τις συναντούσα τρεις φορές την εβδομάδα. Οφείλω να ομολογήσω πως η πρώτη μας συνάντηση δεν προμήνυε ότι αργότερα θα καπνίζαμε μπάφους καλαματιανούς συζητώντας για την ιστορική διαλεκτική.

Μετά από ένα τρικούβερτο βρίσιμο, που τους έριξα την πρώτη εβδομάδα που ήμουν μέσα, με ξεμονάχιασαν σε μια ολονυχτία και μου εξήγησαν ότι εκτός από το πανεπιστήμιο της ζωής, υπάρχει και το άλλο, που ενδέχεται να μου χρησιμεύσει εάν κάποτε ενδιαφερόμουν να βάλω κωλοδάχτυλο στο σύστημα. Εννοείται ότι δεν καταλάβαινα Χριστό απ’ όσα μου έλεγαν, αλλά σ’ ένα καλό μπάφο δεν λες εύκολα όχι, κι έτσι μ’ έμπλεξαν στα νύχια τους και υποχρεώθηκα να αντιληφθώ με το ζόρι τι θα πει διανοητικό εργαλείο. Για να τις ξεφορτωθώ και να απολαμβάνω τα τρίφυλλα, χωρίς τις διδαχές, έβαλα στοίχημα ότι πρώτα θα καταλάβαινα τι θα πει «Φαντασμιακή Θέσμιση της Κοινωνίας», που ήταν το βιβλίο ενός καράφλα που μου πάσαραν για σοβαρό, και μετά αυτές θα κατάφερναν να πάρουν ένα τσιμπούκι της προκοπής. Δυστυχώς όταν έβαλα το στοίχημα δεν γνώριζα το παρελθόν τους -ούτε καν είχα ακούσει τη λέξη Αρσάκειο ποτέ- και έχασα μεγαλοπρεπώς. Έτσι ξεκίνησε η μαθητεία μου με την Αγαθή και τη Δωροθέα, που ήταν υπέρ της δια βίου μάθησης προτού την κάνουν πιπίλα κάτι τζιτζιφιόγκοι που τους βλέπω τώρα να κουνάνε το δάχτυλο στις κάμερες.

Τα μαθήματα ξεκινούσαν πάντοτε με την παρουσίαση βιογραφικού –κατά βάση σεξουαλικού βιογραφικού- όλων αυτών των ακατανόμαστων μορφωμένων, των οποίων οι δυο τους ήταν φαν και έτσι κατάφερναν οι άτιμες να κρατούν άσβεστη τη δίψα μου για μάθηση. Τα γέλια που έριχνα δεν περιγράφονται. Ούτε που είχα φανταστεί ποτέ πως τα γαμήσια πήγαιναν σύννεφο από πάντα στην ιστορία του κόσμου και ότι οι σπουδαιότερες προσωπικότητες του πνεύματος ήταν ταυτόχρονα κι οι μεγαλύτεροι μπήχτες κι οι θρασύτερες καυλιάρες του ανθρώπινου είδους. Οι δε αδελφές Αγαθή και Δωροθέα -εκτός του ότι επαναλάμβαναν χαχανίζοντας πως είχα γενετική προδιάθεση και κατάρα να καταλήξω μεγαλοφυΐα- το είχαν βάλει τάμα στον Άγιο Ραφαήλ, πως πριν καν υποχρεωθώ στην πρώτη μου έκτρωση, θα ήμουν έτοιμη να πάρω ντοκτορά όχι μόνο στην πρωκτολογική προσέγγιση του ισχυρού φύλλου, αλλά και σε όποιο πανεπιστημιακό ίδρυμα της επικράτειας γούσταρα.

πώς ξεκίνησαν όλα, εδώ